Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Μάντελαϊν: Η Οδύσσεια Μιας Παρεξηγημένης

Τι; Δε σας λέει τίποτα το όνομα Μάντελαϊν; Κοιτάξτε εδώ και θα θυμηθείτε.
Η συνάντησή της με τον Τζακ, που πολλοί αποκαλούσαν κι Εκλεκτό, ήταν εκρηκτική. 
Ο Τζακ είχε ξεχάσει το αναμμένο τσιγάρο του δίπλα σε μια φιάλη υγραερίου.
Δεν έμεινε τίποτα από τη μυστική της βάση, και για αρκετό καιρό θεωρούνταν νεκρή. Δηλαδή, όπως ίσως θα είχατε ήδη μαντέψει, έτσι άφηνε τους άλλους να πιστεύουν.
Ήταν πλέον ο καιρός η Μάντελαϊν να πάρει στο παγκόσμιο σκηνικό τη θέση που της άξιζε.
Σε αυτή την ιστορία δε χωράνε αναφορές σε Εκλεκτούς, βυζαρούδες γκόμενες, απατημένους μικροψώληδες και αλκοολικούς κιθαρίστες. Αυτή η ιστορία αφορά τη Μάντελαϊν, που, μακριά απ'όλα αυτά, ήταν έτοιμη να διεκδικήσει ό,τι της άξιζε.
Υπήρχε όμως ένα μικρό προβληματάκι.
Δεν είχε λεφτά.
Έτσι, αναγκάστηκε να έρθει στη Θεσσαλονίκη και να συγκατοικήσει με τον Αναξίμανδρο, έναν φοιτητή Δημιουργικής Παπαρολογίας. Όπως ήταν φυσικό, ο Αναξίμανδρος δεν άργησε να ερωτευτεί τα μεταξένια μακριά μαύρα μαλλιά της, τα ολοστρόγγυλα, σχεδόν παιδικά πράσινα μάτια της, τα μικρά και σφιχτά στήθη της και το σημάδι σε σχήμα αστραπής που είχε πάνω απ'το αριστερό κωλομέρι της.
Επί ένα μήνα, της άφηνε ραβασάκια στο ψυγείο, τύπου "Μάντελαϊν, έχεις κάνει την καρδιά μου να πετάξει, κι επίσης πάρε ψωμί", της έστελνε μηνύματα από τις ατάκες που τους μάθαιναν στη σχολή, της άφηνε τριαντάφυλλα κάτω απ'το πάπλωμα, αλλά ξεχνούσε να βγάλει τα αγκάθια και της τσιμπούσαν τον κώλο. Η Μάντελαϊν δεν αντιδρούσε, γιατί δεν επρόκειτο να βρει αλλού φθηνότερο νοίκι. 
Όταν όμως μια μέρα γύρισε νωρίς και τον έπιασε στο δωμάτιό της, ολόγυμνο, να κρατάει ένα καλσόν της στο χέρι, ήταν πλέον too much που λέμε κι εμείς οι Εγγλέζοι.
-Τι κάνεις εκεί με το καλσόν μου, ρε ανώμαλε;
-Ε...ήθελα να κάνω μια ληστεία τράπεζας και...
-Ναι, καλά. Λες και δεν έχω καταλάβει ότι θες το κορμί μου.
-Ε, ναι, θέλω και το κορμί σου, αλλά θέλω να κάνω και ληστεία τράπεζας. Τόσα χρόνια στο σκατό και στη μουτζούρα, το σκατό μου παξιμάδι έκανα, αλλά τώρα ούτε για τα τσιγάρα μου δε φτάνουν.
-Μπα; Λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος να ασχολείσαι με τράπεζες και λοιπά ψιλικατζίδικα. Έλα μαζί μου και θα κυριαρχήσουμε στον κόσμο!
Στην πραγματικότητα, η Μάντελαϊν πίστευε ότι δε χρειαζόταν τον Αναξίμανδρο για τα σατανικά της σχέδια. Ήθελε απλά να τον φορτώσει στο αυτοκίνητό της, να σταματήσει κάπου στην εξοχή, να του πετάξει ένα φρίσμπι και να τον παρατήσει εκεί πέρα. Αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν έμελλε να συμβεί, γιατί δεν είχε λεφτά να αγοράσει φρίσμπι.
Λίγες μέρες αργότερα, ένα ψυχεδελικά βαμμένο αρχαίο βανάκι VW ξεκινούσε από τα στενά της όμορφης κι ερωτικής Θεσσαλονίκης, βήχοντας, φτύνοντας κι αγκομαχώντας, με προορισμό τον Πειραιά κι από εκεί το καράβι για τα Μάταλα. Επιβάτες του ήταν η Μάντελαϊν κι ο Αναξίμανδρος, ντυμένοι παιδιά των λουλουδιών.
Η Μάντελαϊν χαμογελούσε ειρωνικά, καθώς έβαζε τα παρδαλά φουλάρια της και τα φαρδιά φορέματα πάνω από τις αξύριστες για ένα μήνα μασχάλες της. Θυμόταν που κάποτε, όταν ήταν μικρή, νόμιζε ότι τα παιδιά των λουλουδιών τρώνε λουλούδια. Λες και ήταν τίποτα αγελάδες. Τι ηλίθια που υπήρξε.
Κάπου έξω απ'την Κατερίνη, ένας τρίτος επιβάτης είχε προστεθεί στο χαρούμενο παρεάκι των συνομωτών. Τον λέγανε Τζίμη, είχε προορισμό τη Λαμία και σύντομα θα αποδεικνυόταν ότι δεν είχε έρθει για καλό εκεί μέσα.
Η Μάντελαϊν τον μισούσε, γιατί η παρουσία του Τζίμη δεν την άφηνε να αναπτύξει όπως ήθελε τα σατανικά της σχέδια. Ο Αναξίμανδρος τον μισούσε, γιατί τον θεωρούσε ως έναν πιθανό ανταγωνιστή του για την καρδιά της Μάντελαϊν. Κι ο Τζίμης τους είχε γραμμένους στ'αρχίδια του και τους δύο, γιατί μαστούρωνε από έναν ατελείωτο μπάφο, που του είχε δώσει ένας αλκοολικός κιθαρίστας-εκπαιδευτής Εκλεκτών μια νύχτα στην Καλιφόρνια.
Εν τέλει, κάποια στιγμή, καθώς το βανάκι έσκουζε, έτρεμε και τρανταζόταν σύγκορμο στους υπέροχους ελληνικούς δρόμους, ένας σκουριασμένος μεντεσές δεν άντεξε, η πόρτα έφυγε και ο Τζίμης βρέθηκε ξαπλωμένος χύμα στην άσφαλτο. Κανείς δεν έδειξε να στεναχωριέται ιδιαίτερα γι'αυτό το γεγονός, ούτε καν ο ίδιος ο Τζίμης, αφού την άραξε εκεί πέρα και συνέχισε να την πίνει.
Μια διερχόμενη νταλίκα που μετέφερε γελάδια δεν είχε την ίδια γνώμη.
Εν τέλει, ένα πολύ μακρύ ταξίδι αργότερα, γεμάτο στάσεις για τσιμπολογήματα, καθώς οι αναθυμιάσεις από τον μπάφο του Τζίμη δεν είχαν καταλαγιάσει ακόμα, το 60's αυτό θέαμα έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά. Καθώς επιβιβάζονταν στο πλοίο για την Κρήτη, η Μάντελαϊν συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει ένα μικρό μικρό μικρό λαθάκι στο σατανικό της σχέδιο.
Δεν άντεχε τη θάλασσα.
Όσο ο Αναξίμανδρος περιφερόταν στο πλοίο, παίζοντας ευχάριστα τραγουδάκια στην ακουστική κιθάρα του και διασκεδάζοντας τα πλήθη, που νόμιζαν ότι κάποιος αποφάσισε να κάνει ριμέικ των ταινιών της Βλαχοπούλου, η Μάντελαϊν ήταν στην κουπαστή και ξερνούσε ακατάπαυστα.
Το μόνο καλό ήταν ότι κατάφερε να χάσει επιτέλους εκείνα τα τριάμιση κιλά που της είχαν καθίσει στον κώλο. Αργότερα τα βρήκε μια Τζίνα, που τα'χε μ'έναν Τζακ, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία που πρέπει να σας διηγηθώ κάποτε.
Μόλις πάτησαν τα εδάφη της Λεβεντογέννας, συνειδητοποίησαν ότι είχαν ξεχάσει να πάρουν χάρτη, κι ότι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα GPS των σούπερ εξελιγμένων smartphones τους, γιατί ήταν χίπηδες κι έπρεπε να ακολουθούν το πνεύμα των σίξτιζ.
Λίγο παρακάτω, σε ένα δέντρο, βρήκαν να στέκεται ένας Κρητικός, κοντός αλλά νταβρατισμένος, με μακριές ξανθές μπούκλες.
-Συγνώμη, μαν, πης, λαβ εντ αντερστέντινγκ κι έτσι, πώς θα πάμε στα Μάταλα να πούμε;
-Α, πανεύκολο, θα στρίψετε εδώ δεξιά, λίγο παρακάτω αριστερά, στην τρίτη χασισοφυτεία ευθεία και τέθοια.
-Οκ, μαν. Μέικ λαβ νοτ γουόρ.
-Μπα που να πάθετε γκέιτζ, πανευρωπαηλίθιοι, είπε μέσα απ'τα δόντια του ο περίεργος αυτός ξένος, καθώς έσβηνε το τσίγκαρετ που κάπνιζε στην άσφαλτο.
-Σαν να μου φαίνεται ότι κάπου είχα ξαναδεί αυτόν τον τύπο, παρατήρησε η Μάντελαϊν.
-Άι κεντ γκετ νο σατισφάξιον, απήντησε ο Αναξίμανδρος.
-Έι, ξεκόλλα, ηλίθιε, δεν είμαστε πραγματικοί χίπηδες, απλά τους παριστάνουμε για να μπούμε σε μια σπηλιά στα Μάταλα και να βρούμε τις οδηγίες για την κατάκτηση του κόσμου!
-Μπατ άι κεντ γκετ νο σατισφάξιον ρε συ Μάντελαϊν. Μ'έχεις φλομώσει στη μαλακία τόσες μέρες να πούμε.
-Χέσε μας ρε Αναξίμανδρε.
Για το υπόλοιπο του ταξιδιού δε μιλιόντουσαν.
Εντέλει, καθώς σκαρφάλωναν στα κατσάβραχα των Ματάλων, κι ενώ το μέρος είχε αδειάσει από χίπηδες κι είχε γεμίσει σουρωμένα Αγγλάκια αλλά προφανώς κανείς δεν το έκρινε απαραίτητο να ενημερώσει τους δύο ήρωές μας, ένα παράξενο θέαμα τους περίμενε.
Η είσοδος μιας από τις σπηλιές ήταν σηματοδοτημένη με μια τεράστια πινακίδα νέον που έγραφε "ΓΙΟΥΧΟΥ! ΜΑΝΤΕΛΑΪΝ! ΕΔΩ ΜΕΣΑ!" Όπως ήταν φυσικό, η Μάντελαϊν δεν μπορούσε να αγνοήσει μια τόσο δελεαστική πρόταση, παρ'όλο που οι υπόλοιποι αναγνώστες ίσως υποπτεύονται ότι ήταν παγίδα.
Αλλά τελικά δεν ήταν. Το μόνο που βρισκόταν στη σπηλιά ήταν ένας διακτινιστής, μια ντουζιέρα και μία πρόσκληση για την τελετή των Όσκαρ.
-Ίσως είναι σημάδι, είπε η Μάντελαϊν.
-Αχ, τέλεια! Πάντα ήθελα να πάω στα Όσκαρ, είπε ο Αναξίμανδρος.
-Χριστέ μου, περιτριγυρίζομαι από ηλίθιους, είπε η Μάντελαϊν.
Μια τουαλέτα Βερσάτσε κι ένα γερό ντουζάκι αργότερα, η Μάντελαϊν κι ο Αναξίμανδρος (που, για να μη μπερδευόμαστε, δε φορούσε τουαλέτα Βερσάτσε αλλά κοστούμι Αρμάνι, γιατί το Χόλυγουντ δεν είναι ακόμα έτοιμο για τόσο τολμηρές ενδυματολογικές προτάσεις) βρίσκονταν πρώτο τραπέζι πίστα στην πιο λαμπερή βραδιά του κινηματογράφου.
Στο ίδιο τραπέζι με αυτούς κάθονταν οι Μπραντζελίνα μαζί με το Κογκολέζικο ορφανοτροφείο που είχαν υιοθετήσει, η Μαντόνα με έναν νεαρό που είχε έρθει να της παραδώσει μια πίτσα και κατέληξε να της παραδίδει πίτσες από τη Βιλγαρία κι η Μπιγιονσέ με τον Τζέι Ζι. Τη βραδιά παρουσίαζε, επειδή όλοι οι άλλοι υποψήφιοι είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις, ο Θέμης Γεωργαντάς.
-Και τώρα, για το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου, κυρίες και κύριοι...νικητής είναι...ο Ρόμπερτ Πάτινσον για την ερμηνεία του ως Έντουαρντ στο Τουάιλαϊτ!
Όλοι οι αστέρες του Χόλυγουντ άρχισαν να χειροκροτούν βαριεστημένα, η Μάντελαϊν όμως επαναστάτησε.
-Ε, όχι! Αυτό είναι κοροϊδία!
-Συμφωνώ απόλυτα! δήλωσε η Μπιγιονσέ.
-Μπράβο, Μπιγιονσέ! είπε με θέρμη η Μάντελαϊν. 
-Μα βέβαια! συνέχισε η μελαψή καλλονή. Όλοι ξέρουμε ότι ο Τζέικομπ έπρεπε να κερδίσει! Είναι πολύ πιο γλυκούλης!
Η Μάντελαϊν εκείνη τη στιγμή αφηνίασε. Όρμησε στη Μπιγιονσέ κι αποπειράθηκε να την ξεμαλλιάσει.
-Γκετ γιο χαντς οφ μάι γουάιφ, μπιατς, είπε ο Τζέι Ζι και μπήκε ανάμεσά τους.
-Μαζεύτε τους, ρέι! άρχισε να φωνάζει ο Γεωργαντάς, και σύντομα οι φρουροί είχαν πλημμυρίσει το θέατρο Κόντακ.
Η Μάντελαϊν κι ο Αναξίμανδρος άρχισαν να τρέχουν στα νυχτερινά στενάκια του Λος Άντζελες, ώσπου ο Αναξίμανδρος έπεσε μέσα σε έναν ανοιχτό υπόνομο. Η Μάντελαϊν συνέχισε να τρέχει, καθώς η Μαντόνα ξωπίσω της παραήταν γρήγορη για ένα άτομο στην ηλικία της-συνήθως σε αυτή την ηλικία περιέρχονται σε απόλυτη ακινησία.
Ξαφνικά βρήκε μπροστά της μια ανοιχτή πόρτα. Μπήκε μέσα, την έκλεισε με φόρα, κοπανώντας τη με δύναμη στα βυζιά της Αντζελίνα, πριν θυμηθεί ότι η Αντζελίνα είχε κάνει μαστεκτομή. 
Ήταν έξι διαδοχικά δωμάτια. Στο πρώτο βρήκε ένα ματωμένο σφυρί. Στο δεύτερο μια γεννήτρια Van Der Graaf. Το τρίτο ήταν ένα νεκροταφείο και σκοινιά κρέμονταν απ'το ταβάνι. Στο τέταρτο στεκόταν ένα μισογκρεμισμένο άγαλμα με μια ζυγαριά. Το πέμπτο ήταν ένα άδειο δωμάτιο με μαύρους τοίχους. Και στο έκτο οι τοίχοι είχαν λεκέδες από αίμα και σπέρμα.
Η Μάντελαϊν είχε αρχίσει να φοβάται εκεί μέσα. Και ξαφνικά, άνοιξε το πάτωμα από κάτω της κι έπεσε σε ένα στρώμα.
Απέναντί της στεκόταν μια φιγούρα που θυμόταν από κάπου, αλλά δε θυμόταν αν τη θυμόταν. Ένας άντρας, γύρω στα πενήντα, που κρατούσε στα χέρια του ένα μπάσο.
Δεν ήταν άλλος από τον Κλιφ Μπάρτον.
-Μα...μα...εσύ δεν είχες πεθάνει;
-Ναι, είχα πεθάνει.
-Και...τότε...πώς είσαι εδώ;
-Μα δεν πέθανα.
-Κάτσε...τελικά πέθανες ή δεν πέθανες;
-Θα σου εξηγήσω. Εκείνο το βράδυ στη Σουηδία, καθώς εκπαραθυρώθηκα από το πούλμαν, φαίνεται ότι οι μπασιστικές εμπνεύσεις μου από το Μάστερ Οφ Πάπετς είχαν συσσωρεύσει αρκετή ενέργεια μεταλλικής γαμιστερότητας, ώστε, καθώς έπεφτα, ξαφνικά το πνεύμα μου διακτινίστηκε σε μία παράλληλη διάσταση. Όταν κατάφερα να γυρίσω εδώ, ήταν πολύ αργά, με είχαν ήδη κηδέψει. Έτσι αποφάσισα να δημιουργήσω αυτό εδώ το μυστικό κρησφύγετο και, από εδώ μέσα...
...μια παρανοϊκή λάμψη άστραψε στα μάτια του...
-...να κυριαρχήσω στον κόσμο! 
-Α, τέλεια, είπε η Μάντελαϊν. Είσαι ο άνθρωπός μου. Αυτό ακριβώς έψαχνα να κάνω.
-Τι; Εσύ; Να κυριαρχήσεις στον κόσμο; Μουάχαχαχα. Σε λίγο θα μας πεις κι ότι ο Νιούστεντ ήταν καλύτερος μπασίστας από εμένα.
-Μα...αν δεν κυριαρχήσω στον κόσμο, τότε τι θα κάνω;
-Λοιπόν, κοριτσάκι, δε σου μένει τίποτα άλλο να κάνεις...
...κι άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του...
-...παρά να καβαλήσεις την αστραπή!
Ένα ουρανομήκες YEAAAAAAAAAAH! βγήκε από το λαρύγγι του Πητ Τάουνσεντ κι έσχισε τον νυχτερινό ουρανό του Λος Άντζελες στα δύο.
-ΠΟΤΕ! βροντοφώναξε ο Αναξίμανδρος, που έβγαινε από μια τουαλέτα, καθώς φαινόταν (και μύριζε) σαν να έχει κολυμπήσει σε υπόνομο. Δε θα επιτρέψω...ξεκίνησε να πει, αλλά μόλις σήκωσε το κεφάλι του και αντίκρισε τον Κλιφ, το μόνο που πρόφτασε ήταν να τσιρίξει "ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! ΦΑΝΤΑΣΜΑ!" σαν κοριτσάκι, και μετά λιποθύμησε.
-Αρνούμαι, βρωμερέ πορνόγερε, να σου κάτσω! είπε με σθένος η Μάντελαϊν.
-Δεν είναι στο χέρι σου! απήντησε ο Κλιφ, και, παίζοντας δύο νότες στο μπάσο του, η τουαλέτα της Μάντελαϊν σκίστηκε στα δύο κι η ίδια τινάχτηκε πίσω, πέφτοντας μπρούμυτα στο στρώμα. Όμως ο Κλιφ, εκεί που ήταν έτοιμος να της δείξει τι θα πει Metal Up Your Ass, κοντοστάθηκε. Ήταν φανερό ότι κάτι πολύ παράξενο συνέβαινε.
-Για μια στιγμή...αυτό το σημάδι, πάνω από το αριστερό σου κωλομέρι...πες μου, Μάντελαϊν, χου'ζ γιορ ντάντι;
-Ανώμαλε! Πρόστυχε! Βρωμόστομε! του είπε η Μάντελαϊν.
-Όχι, σοβαρά, πες μου, ποιος είναι ο πατέρας σου; Έχει σημασία.
-Μα...δεν ξέρω. Δεν τον γνώρισα ποτέ μου. Με μεγάλωσε μόνη της η μητέρα μου.
-Και πώς έμοιαζε η μητέρα σου; ρώτησε ο Κλιφ, όλος αγωνία.
-Σαν κι εμένα, περίπου, ίσως λίγο πιο ψηλή...και άκουγε φανατικά Μετάλικα...
Προφέροντας την τελευταία αυτή λέξη, η Μάντελαϊν δάκρυσε, και κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια του Κλιφ. Ήταν πλέον φανερό ότι υπήρχε μια πολύ ισχυρή σύνδεση μεταξύ τους.
Ο Κλιφ, χωρίς να πει λέξη, γύρισε την πλάτη του στη Μάντελαϊν, και της έδειξε το αριστερό του κωλομέρι, όπου, στο ίδιο ακριβώς σημείο με τη Μάντελαϊν, υπήρχε το σημάδι της αστραπής...
Αμέσως, αγκαλιάστηκαν σφιχτά, και ακολούθησαν οι εξής κραυγές ευτυχίας:
-Μπαμπά!
-Κόρη μου!
Ήταν αναμφίβολα μια συγκινητική σκηνή.
Ο Αναξίμανδρος συνήλθε, ξανατσίριξε και ξαναλιποθύμησε. Αφού ξανασυνήλθε, ο Κλιφ τον σήκωσε όρθιο και του είπε, με πατρική στοργή:
-Παιδί μου, η Μάντελαϊν είναι η χαμένη κόρη μου και δεν έχω σκοπό να τη βιάσω. Επομένως, δεν έχω παρά να σας δώσω την ευχή μου για τα καλύτερα.
-Α...αλήθεια; έκανε ο Αναξίμανδρος και κόντεψε να δακρύσει.
-Τι; έκανε η Μάντελαϊν, ξινίζοντας τα μούτρα της. Πώς σου πέρασε από το μυαλό, μπαμπά, ότι θα παντρευτώ αυτόν τον ανώμαλο, καλσονολάγνο, γλοιώδη, πέφτουλα, φλώρο, ανίκανο να κάνει έστω και μία σωστή δουλειά...
...ο Αναξίμανδρος δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει το κλάμα του...
-...ηλίθιο, χαμερπή, ρομαντικό της δεκάρας, αντισεξουαλικό, ξενέρωτο, μικροτσούτσουνο, πεζό, άφραγκο, ρεμάλι της κοινωνίας...
-Έχεις κι άλλες μαχαιριές να μου δώσεις στην καρδιά; ρώτησε ξεψυχισμένα ο Αναξίμανδρος.
-Μία ακόμα, είπε η Μάντελαϊν. Που τόσα χρόνια δεν αξιώθηκες ούτε το πανεπιστήμιο να τελειώσεις! Φύγε από μπροστά μου να μη σε βλέπω.
Κι έφυγε.
Κι έτσι τελειώνει αυτή η ιστορία.
Τι απέγιναν οι ήρωές της; 
Η Μάντελαϊν, μετά από τη συνταρακτική εμπειρία της επανένωσης με τον πατέρα της, συνειδητοποίησε ότι η μανία της να κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο δεν ήταν παρά μία προσπάθεια να ξεπεράσει την έλλειψη του πατέρα της. Η Μάντελαϊν Μπάρτον δεν είχε μέσα της την ανάγκη να κυριαρχήσει τον κόσμο.
Ο Κλιφ συνειδητοποίησε κι αυτός ότι η κυριαρχία ήταν ένα υποκατάστατο της επαφής με την κόρη του. Παράτησε το κρησφύγετο και έπιασε ένα μικρό σπιτάκι στα προάστια του Λος Άντζελες, όπου αυτός κι η Μάντελαϊν πέρασαν ευτυχισμένα χρόνια, δημιουργώντας στο μπάσο, ψήνοντας κουλουράκια και παίζοντας με τα τρία σκυλιά τους, τον Τζέιμς, τον Κερκ και τον Λαρς.
Ο Αναξίμανδρος δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τη Μάντελαϊν και το έριξε στην πρέζα.
Κι ο Κρητικός με τις ξανθές μπούκλες έγινε διακεκριμένος φυσικός, αφού ανακάλυψε εντελώς τυχαία το συνταρακτικό γεγονός ότι εδώ και τρεις μέρες έχουν περάσει εβδομήντα δύο ώρες.
Και τέθοια.
Αυτά, και να προσέχετε μη μου τη δώσει και πιάσω κι όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες της saga του Εκλεκτού και θα μου τη λέει πάλι ο Γρηγόρης που όλη την ώρα ασχολούμαι με τον Φαν Χάλεν.

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Οδηγώ και δε σκέφτομαι


Όχι, ε; Καλά, θα σας βρω κάποιο καλύτερο soundtrack για την εγγραφή.

Πολύ καλύτερα, έτσι.
Προσοχή: Η ακόλουθη εγγραφή είναι πολύ πιθανό να σας θυμίσει τις φιλοσοφίες της Ράνιας από το Singles, η-ζωή-είναι-σαν-το-τάβλι-πόρτες-πλακωτό-και-τέθοια. Αλλά υπάρχουν δύο πολύ σημαντικές διαφορές: πρώτον, αντιπαθώ βαθύτατα το Singles. Θα ήταν το λιγότερο αστείο σίριαλ της ελληνικής τηλεόρασης, αν δεν υπήρχε στην ελληνική τηλεόραση ο Χάρης Ρώμας.
Και δεύτερον, η Ράνια ήταν απλά μια ηλίθια που έλεγε μαλακίες. Εγώ είμαι ένας ηλίθιος που λέει μαλακίες κι επιπλέον είναι από τους πρώτους στο τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών του ΑΠΘ. Άρα κερδίζω. Πάμε λοιπόν στο ζουμί.
Χθες, που λέτε, μπήκα για πρώτη φορά στη ζωή μου πίσω από το τιμόνι.
Τόσο ο Γρηγόρης όσο και η Ιωάννα, στο άκουσμα αυτής της είδησης, με ρώτησαν, ο μεν πόσες γριές έφαγα, η δε πόσα περίπτερα κατέβασα. Η απάντηση και στις δύο αυτές ερωτήσεις ισούται με τους -273,15 βαθμούς Κελσίου σε Κέλβιν. Για τον Ρασκόλνικωφ, αυτό σημαίνει μηδέν.
Δεν είναι ότι δεν είχα την καλή προαίρεση. Αλλά η εκπαιδεύτρια από δίπλα ήλεγχε γερά τα πετάλια.
Ναι, εκπαιδεύτρια. Θα μάθω να οδηγώ από γυναίκα. Τα πράματα είναι πολύ σοβαρά. Μαζέψτε τις κόρες και τις αδερφές σας.
Που λέτε, λοιπόν, μπαίνω μέσα στο αυτοκίνητο της σχολής και με πηγαίνει η εκπαιδεύτρια σε κάτι στενά εκεί χαμηλά στη Σταυρούπολη πίσω από το Μαρινόπουλο, και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι όλοι εσείς που σας φέρανε μια φορά πενταήμερη στη Θεσσαλονίκη και ήσασταν όλη την ώρα πιο σουρωμένοι κι από μένα που στη δική μου πενταήμερη τραγουδούσα Παντελίδη από δωμάτιο σε δωμάτιο καταλάβατε πού στο διάολο είναι αυτό που σας λέω.
Σε ένα από αυτά τα στενά, λοιπόν, αλλάζουμε θέσεις, μου λέει πώς να φτιάξω τη θέση για να μπορώ να οδηγήσω σωστά, και στη συνέχεια αρχίζει να μου εξηγεί για το πώς ξεκινάμε. Φαντάζομαι ότι όλοι εδώ μέσα που έχετε δίπλωμα οδήγησης, ο Χωστήρας, η Κρήτη, ακόμα κι ο Περίνιο με τον ισπανικό κουβά του, θα ξέρετε ότι για να αρχίσει να τσουλάει πρέπει να πατάς απαλά το γκάζι και να αφήνεις απαλά το συμπλέκτη.
Κι αυτό μέχρι να βρεις το σημείο ισορροπίας. Αν αφήσεις λίγο λιγότερο το συμπλέκτη, δεν ξεκινάει. Αν τον αφήσεις λίγο παραπάνω, ή που θα σου σβήσει ή που θα πεταχτεί απότομα, στουκάροντας τον κώλο αυτού που είναι παρκαρισμένος μπροστά και επισύροντας ποινή καταρρακτώδους βροχής καντηλιών και χριστοπαναγιών.
Και κάπου εκεί σκέφτηκα, σάμπως αυτό δεν προσπαθούμε να κάνουμε και στη ζωή μας; Να ισορροπήσουμε πεντάλια.
Οκ, η αλήθεια είναι ότι δεν το σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή αυτό το πράγμα, αλλά σήμερα το πρωί καθώς σκεφτόμουν τι παπαριά να βρω πάλι να γράψω στο μπλογκ μέχρι να έρθει ξανά η ώρα να γράψω το Ημερολόγιο του Μηχανολόγου.
Εκείνη την ώρα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι θα τα σκατώσω όλα, ότι όλο και κάποιον θα σκοτώσω και θα με πάνε φυλακή και θα καταλήξω σαν τον Ισοβίτη του Αρκά και θα γίνει η κωλοτρυπίδα μου διπλής κυκλοφορίας και θα αμαυρωθεί το ποινικό μου μητρώο και δε θα μπορέσω ποτέ να ξαναγευτώ παγωτό από τα Haagen Dazs.


Αυτό, βέβαια, δεν έγινε ποτέ, γιατί απ'τη μία δεν πήγα με πάνω από είκοσι χιλιόμετρα την ώρα, και στα είκοσι χιλιόμετρα την ώρα μόνο την ώρα σου μπορείς να σκοτώσεις, κι αφετέρου γιατί είχα την εκνευριστική (για την εκπαιδεύτρια και όλους τους παριστάμενους) συνήθεια να κοκαλώνω το φρένο, ενώ πάντα δεν πήγαινα με πάνω από είκοσι.
Έλεγα λοιπόν ότι στη ζωή μας είναι σαν να προσπαθούμε να ισορροπήσουμε πεντάλια. Πατάς λίγο το ένα, αφήνεις λίγο το άλλο, μέχρι που το πράμα να αρχίσει να τσουλάει. Βέβαια, δεν έχεις πλέον να κάνεις με τα τρία πεντάλια που έχεις μπροστά σου στο αυτοκίνητο. Έχεις δεκάδες πεντάλια, εκατοντάδες πεντάλια, χιλιάδες πεντάλια, εκατομμύρια πεντάλια, καλά τώρα το γάμησα, και τη μία πατάς το ένα, την άλλη πατάς το άλλο.
Αφήνεις λίγο το ένα, πατάς λίγο το άλλο, και ούτω καθεξής.
Και φυσικά, δεν τα πατάς απότομα, ούτε μέχρι τέρμα. Εκτός από το συμπλέκτη, που άμα δεν τον πατήσεις μέχρι τέρμα δε βγαίνει η ταχύτητα. Που σημαίνει ότι πρέπει να ξέρεις πώς θα φερθείς στο κάθε πεντάλι ξεχωριστά. Το ένα θέλει απαλά, το άλλο τέρμα, το τρίτο καθόλου.
Ούτε πρέπει να φοβάσαι το γκάζι. Αν δεν το πατήσεις, δεν ξεκινάς. Κάθεσαι εκεί που είσαι, και κλαις τη μοίρα σου, κι αναρωτιέσαι γιατί δεν μπορείς να πας πουθενά με τη ζωή σου
Και με το φρένο τα ίδια. Άμα κοκαλώνεις κάθε τρεις και λίγο, και μπροστά δεν πας, και γαμάς άσκοπα τα φρένα, που σημαίνει ότι όταν τρέχεις με εκατό και έρχεται μπροστά σου το τρένο, δε θα προλάβεις να σταματήσεις και θα γίνεις πελτές. Οκ, στην ζωή έξω από το τιμόνι αυτό μάλλον δεν ισχύει και τόσο πολύ, γιατί δεν έχεις κυριολεκτικά φρένα.
Όχι, αυτό που λέμε "έχω σώας τας φρένας" δε λέει για φρένα.
Αλήθεια.
Ανοίξτε ένα λεξικό και κοιτάξτε το.
Και με τις ταχύτητες, τι γίνεται; Όταν η ζωή σου πάει με εκατό, εσύ δεν μπορείς να έχεις δευτέρα. Ή θα βάλεις τρίτη και τέταρτη, ή θα επιβραδύνεις, ή θα κάψεις τη μηχανή. Ένα απ'αυτά τα τέσσερα. Τρία είναι; Ή που θα μάθεις να μετράς. Και τώρα είναι τέσσερα και πάρτε τ'αρχίδια μου.
Και ας μην ξεχνάμε τη σήμανση. Δεξιά κι αριστερά σου βλέπεις ένα σωρό σήματα. Σου λένε πού μπορείς να πας, πού πρέπει να πας, πώς θα πας εκεί που θες να πας, θέτουν προτεραιότητες, και κυρίως λένε πού πρέπει να σταματήσεις.
Συνήθως όμως οι περισσότεροι άνθρωποι γράφουν αυτά τα σήματα στ'αρχίδια τους.
Και κάπως έτσι προκαλούνται τα ατυχήματα.
Κι επίσης υπάρχουν τα φλας. Τα οποία χρησιμεύουν για να γνωρίζουν οι υπόλοιποι οδηγοί γύρω σου προς τα πού πας. Αν δεν το δείξεις εσύ με κάποιον τρόπο, μην περιμένεις να καταλάβουν από μόνοι τους πού θες να πας εσύ.
Όταν πάλι έχεις μπροστά σου στροφή, αν στρίψεις λιγότερο ή περισσότερο απ'όσο χρειάζεται, θα βρεις. Ακολουθείς ακριβώς τη στροφή. Κι επίσης, δεν κοιτάς προς τα πού φεύγει το αυτοκίνητο, ή η ζωή σου, γιατί θα φύγεις μαζί με αυτό. Κοιτάς εκεί που πρέπει να πας.
Κι ούτε καρφώνεσαι, κοιτώντας μόνο μπροστά σου ή μόνο αριστερά σου ή μόνο δεξιά σου ή μόνο στον κώλο της γκόμενας που περπατάει απέναντι στο πεζοδρόμιο και μαλάκα μου, πώς το βαδίζει έτσι το δωδεκάποντο, τύφλα να 'χουνε οι Μπιγιονσούδες κι οι μοντέλες κι έτσι κι έρθω από κει θα την κάνω να πει το δεσπότη Βαγγέλη γιατί βαρέθηκα τον Παναγιώτη, μανάρα μου...ΚΡΑΚ! ΣΠΛΑΤΣ! ΜΠΟΥΜ! Πάει. Τράκαρες.
Προσέχεις τους πάντες και τα πάντα. Δεν περιμένεις ούτε κανέναν άλλον να σε πει, ούτε να σου έρθει η θεία φώτιση. Κοιτάς και βλέπεις τι γίνεται γύρω σου.
Αυτά τα ολίγα σημαντικά μαθήματα ζωής έμαθα από το χθεσινό μάθημα οδήγησης. Να οδηγώ πάλι δεν μπορώ να πω ακόμα ότι έμαθα, αλλά κανείς δε μαθαίνει τα πάντα με την πρώτη. Είναι νόμος της φύσης. Κι εγώ μπορεί να είμαι πιο έξυπνος και γαμιστερός απ'όλους σας αλλά δεν μπορώ να τα βάλω και με τους νόμους της φύσης.
Οπότε αύριο πάλι βγαίνω παγανιά για γριούλες.
Και πρωί πρωί μάλιστα. Πριν καν πάω στη σχολή.
Αυτό θα πει ευχάριστο πρωινό ξύπνημα.
Όσοι κυκλοφορείτε στη Θεσσαλονίκη, να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά.
Αυτά, και να προσέχετε, όχι πολύ απότομα το γκάζι, όχι πολύ απότομα το φρένο, όχι πολύ σφιχτά το τιμόνι και, για όνομα του Αλλάχ, να σταματάτε στα στοπ, τι ψυχή θα παραδώσετε δηλαδή.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Καταστατικός Χάρτης

Σήμερον, ημέρα εβδόμη Οκτωβρίου του σωτηρίου έτους δύο χιλιάδες και δεκατρία (2013) ιδρύεται εν τη ερωτική πόλει της Θεσσαλονίκης και στο κτίριο επί των οδών Αγαμήτου και Απάρτου γωνία, 4ος όροφος (προσοχή: ο ανελκυστήρας δε λειτουργεί), ο Σύλλογος Κατά της Αγαμίας Των Ολοκληρωτικά και Φοβερά Άσχημων, Τεραστίων ή Σουρεαλιστικά Αλλοπρόσαλλων, (ο οποίος στο υπόλοιπο του παρόντος θα αναφέρεται για λόγους συντομίας με τα αρχικά του Σ.Κ.Α.Τ.Ο.Φ.Α.Τ.Σ.Α. ή απλώς ως "Σύλλογος"). Ακολουθούν τα άρθρα του καταστατικού χάρτη του Συλλόγου:
  1. Δικαίωμα εισόδου στο Σύλλογο διαθέτουν όλοι οι ενήλικες άνδρες που διαθέτουν λειτουργικό πέος, καλή φυσική κατάσταση και όρεξη για δουλειά.
  2. Υποχρέωση κάθε μέλους του Συλλόγου είναι να παρέχει αφιλοκερδώς (το τονίζουμε αυτό ιδιαιτέρως) τις υπηρεσίες του σε κάθε κορασίδα που εμπίπτει στην περιγραφή του διακριτικού τίτλου του Συλλόγου, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικότερα στο άρθρο 3.
  3. Για να εμπίπτει μία γυναίκα στην αρμοδιότητα του Συλλόγου είναι απαραίτητο να πληροί μία τουλάχιστον από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
    α. Έχει τέτοιο βάρος ώστε, σύμφωνα με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, καμπυλώνει το χωρόχρονο γύρω της, δημιουργεί χρονικά κενά και ξαφνικά βρισκόμαστε όλοι πίσω στο 1987 και πορωνόμαστε με το καινούριο άλμπουμ των Γκανς Εν Ρόζες ας ούμε να ούμε.
    β. Μοιάζει με τον Σκελετούλη, ένα ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού για παιδιά που πουλούσε κάποτε κόκκαλο-κόκκαλο η Ντεαγκοστίνι, όταν φυσάει πρέπει να φορέσει ειδικό παλτό με βαρίδια για να βγει έξω και τα βυζιά της είναι σαν τις ρίζες της εξίσωσης x^2+2x+2=0, δηλαδή δεν υπάρχουν στο σύνολο των πραγματικών (τα λεγόμενα και "μιγαδικά βυζιά").
    γ. Η ταυτότητά της είναι γραμμένη σε Γραμμική Β, έχει την Οδύσσεια με αφιέρωση από το συγγραφέα ή έχει άδεια οδήγησης πτεροδάκτυλου.
    δ. Διαθέτει το σαγόνι του Γιάτσεκ Γκμοχ:
    ε. Διαθέτει το τσιγκελωτό μουστάκι του Φρέντι Μέρκιουρι:

    στ. Διαθέτει την οδοντοστοιχία του Γιώργου Γεωργίου:

    ζ. Διαθέτει την επιδερμίδα του Γιώργου Δώνη:

    η. Διαθέτει τη μύτη του Βασίλη Παπακωνσταντίνου:

    θ. Διαθέτει κάποιο άλλο παρόμοιο διάσημο ανατομικό χαρακτηριστικό.
    Για ευκολία, τα μέλη μπορούν να συμβουλεύονται το ακόλουθο σχεδιάγραμμα, αναζητώντας ομοιότητες:
  4. Η συνουσία με γυναίκα που δεν ικανοποιεί καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 θεωρείται παράβαση και τιμωρείται, την πρώτη φορά με αυστηρή επίπληξη, τη δεύτερη με μηνιαίο αποκλεισμό του παραβάτη από τις δραστηριότητες του Συλλόγου, τη δε τρίτη με οριστικό και αμετάκλητο αποκλεισμό.
  5. Η ιδιότητα του μέλους του Συλλόγου προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή του μέλους. Επομένως ένα μέλος που δεν έχει προβεί σε συνουσία με τουλάχιστον μία περίπτωση του άρθρου 3 για ένα έτος διαγράφεται από το Σύλλογο, εκτός κι αν αποδεδειγμένα συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας ή εξεταστική που έχουν μαζευτεί εκατόν σαράντα οχτώ μαθήματα.
  6. Ο Σύλλογος δεν επικροτεί σε καμία περίπτωση το βιασμό. Κάθε μέλος οφείλει να εξασφαλίσει τη συναίνεση της υποψήφιας πριν ασκήσει το λειτούργημά του. Σε περίπτωση που ένα μέλος δεν καταφέρει να αποσπάσει συναίνεση από τις περιγραφείσες γυναίκες, πάει να πει ότι είναι κρίμας, τίποτας, πουθενάς, τελειωμένος κι οφείλει για το καλό της ανθρωπότητας να βρει έναν γκρεμό με μυτερά βράχια από κάτω και να επαληθεύσει πειραματικά το νόμο της βαρύτητας. Ως εκ τούτου διαγράφεται από το Σύλλογο.
  7. Κάθε μέλος πληρώνει συνδρομή που καθορίζεται στο συμβολικό ποσό των 20 ευρώ ανά έτος. Η συνδρομή αυτή προορίζεται για τις εκδηλώσεις και δραστηριότητες του Συλλόγου (βλ. άρθρο 9), αλλά και για να μπορούν τα λιγότερο προνομιούχα μέλη του Συλλόγου να προμηθεύονται τα απαραίτητα εργαλεία που πιθανώς θα τους χρειαστούν στην αποστολή τους, όπως αλκοόλ, χασίς, ψυχοφάρμακα, παραισθησιογόνα μανιτάρια, διεγερτικά χάπια χρώματος κυανού (γνωστά με την εμπορική ονομασία Βιάγκρα), προφυλακτικά και χαρτοσακούλες.
  8. Οι εκλογές του Συλλόγου λαμβάνουν χώρα μία φορά ανά έτος, στα κεντρικά γραφεία του Συλλόγου στην οδό Αγαμήτου και Απάρτου γωνία ή στα τοπικά παραρτήματα στην Αθήνα, Λάρισα, Πάτρα, Γιάννενα, Ηράκλειο και Κάτω Μουσουνίτσα, όπου εκλέγεται πρόεδρος με θητεία ενός χρόνου. Μετά από τρεις συνεχόμενες θητείες ο πρόεδρος χάνει το δικαίωμα επανεκλογής, αλλά κατακτά το Χρυσό Μετάλλιο Ανδρείας του Τάγματος των Δεινοσαύρων και θεωρείται Επίτιμος Πρόεδρος.
  9. Ο Σύλλογος οργανώνει σε τακτική βάση εκδηλώσεις, οι οποίες ως στόχο έχουν την υποδοχή και γνωριμία των νέων μελών, ενημέρωση επί νέων τεχνικών καμακιού και τη διάδοση της δράσης του Συλλόγου στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, με στόχο την πάταξη της κοινωνικής αδικίας ενάντια στις γυναίκες που δεν μπορούν ή δε θέλουν, στην τελική, να ανταποκριθούν στα μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς που θέτει το Χόλυγουντ μέσω των ταινιών και ωθεί τις γυναίκες σε κακή αυτοεκτίμηση, κατάθλιψη, νευρική ανορεξία, κοκκύτη και καρκίνο της παρανυχίδας του μεσαίου δάχτυλου του αριστερού χεριού.
  10. Ως ύμνος του Συλλόγου ορίζεται το ακόλουθο υψηλής μουσικής ποιότητας άσμα:

    το οποίο και θα ανακρούεται κατά την έναρξη κάθε εκδήλωσης του Συλλόγου.
  11. Τέλος, ορίζεται το ακόλουθο έμβλημα του Συλλόγου, το οποίο θα περιλαμβάνεται στην κάρτα μέλους και, προαιρετικά, θα διατίθεται σε κονκάρδες, αυτοκόλλητα ή αφίσες:

Ο κάτωθι υπογεγραμμένος,
Τhomas The Barbarian.
Αυτά, και να προσέχετε πού βάζετε την υπογραφή σας και το πουλί σας.
Υ.Γ. Αυτό το άρθρο διαβάζεται όπως θα διαβαζόταν ένα άρθρο της Φρικηπαίδειας. Δεν αποφάσισα να ιδρύσω σύλλογο σαβουρογάμηδων, τυχόν δε υπαινιγμοί ότι αποφάσισα να ιδρύσω σύλλογο σαβουρογάμηδων θα αντιμετωπιστούν με προσβλητική γείωση και ασάλιωτο τριζάτο κωλοδάχτυλο. Αν ποτέ αποφασίσω να ιδρύσω σύλλογο σαβουρογάμηδων, πυροβολήστε με μόλις με δείτε. Κι άμα βρω και καμένους που να συμμετάσχουν, πυροβολήστε τους κι αυτούς.
Υ.Γ.2. Αν περιμένατε να μάθετε για την έναρξη της φοιτητικής ζωής μου (που στ'αρχίδια σας βασικά αλλά εγώ υποθέτω ότι θέλατε γιατί κάτι πρέπει να έχω κι εγώ να ελπίζω κι η μαμά μου δε με αγκάλιαζε αρκετά όταν ήμουν μικρός), την Παρασκευή θα εγκαινιαστεί η νέα στήλη του μπλογκ "Το Ημερολόγιο Ενός Μηχανολόγου", όπου κάθε Παρασκευή (εκτός απροόπτου) θα γράφω ό,τι έγινε στο φανταστικό κόσμο του Αριστοτελείου με Σήμα τον Άγιο Δημήτριο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκτός κι αν δε θέλετε.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

O Εκλεκτός: Η Τελική Μάχη

Κυρίες και κύριοι, η στιγμή που όλοι μας περιμέναμε με αγωνία έφτασε. Όλη η saga εδώ, εδώ κι εδώ.
Η πτήση του Τζακ και της Τζίνα προς τη Ρωσία ήταν μάλλον αρκετά άβολη. Σε όλη την πτήση ένα δαιμονισμένο τετράχρονο τσίριζε σαν τη Νικόλ Νταφάκ όταν την παράτησε ο Λευτέρης, η Νικόλ Νταφάκ τσίριζε επειδή την παράτησε ο Λευτέρης, ένας χοντρός έτρωγε από μια ατελείωτη γαβάθα πατατάκια δίπλα τους, γεμίζοντας τον τόπο ψίχουλα, σάλια και αυγά βατράχου, ενώ αριστερά του Τζακ καθόταν ένα εξαιρετικά κακοντυμένο τραβέλι που του την έπεφτε με τον πιο γελοίο τρόπο που μπορείτε να φανταστείτε και δεν θα σας τον περιγράψω γιατί ο Εκλεκτός είναι ένα σοβαρό ανάγνωσμα.
-Στο 'χα πει, βρε αγάπη μου, του είπε η Τζίνα, να πάρουμε τον διακτινιστή.
-Πρώτον, πες το πιο δυνατά, υπάρχει μια κουφή γριά δέκα σειρές πιο πίσω που κοιμόταν και δε σε άκουσε. Δεύτερον, όπως σου έχω ήδη εξηγήσει, ο διακτινιστής βγήκε ελαττωματικός. Είχα τη φαεινή ιδέα να τον βασίσω στους χάρτες της Apple για το Iphone 5 και τώρα όπου και να του δώσω οδηγίες με βγάζει σε ένα μπουγατσατζίδικο στην Μπουρκίνα Φάσο. Και τρίτον, χρειαζόμαστε χρόνο για να καταστρώσουμε το σατανικό σχέδιο με το οποίο θα εξουδετερώσουμε τον παρανοϊκό εμπρηστή.
-Να φωνάξουμε τη Βερόνικα Δεσύλλα;
-Όχι, όχι, σε παρακαλώ μη με διακόψεις για λίγο. Πάρε το κινητό μου και παίξε λίγο Candy Crush όσο εγώ θα σκέφτομαι.
Η Τζίνα όμως δεν είχε καμία διάθεση να παίξει Candy Crush. Δεν καταλάβαινε γιατί ο Τζακ την υποτιμούσε τόσο πολύ. Στο κάτω κάτω της γραφής, δεν ήταν απλά μια υπερμουνάρα με βυζιά 36DD και κώλο που τον είδε η Μπιγιονσέ και έπεσε σε κατάθλιψη! Είχε και λίγο νιονιό μέσα στο κεφάλι της. Άσε που είχε ξεκλειδώσει ήδη όλα τα επίπεδα και βαριόταν. 
Καθώς το αεροπλάνο πετούσε πάνω από το Καζακστάν, ένας περίεργος τύπος, ντυμένος στα ασπρόμαυρα, σηκώθηκε, αργά αργά, πήγε στο πιλοτήριο, έσπασε την πόρτα με μια κλωτσιά και ανακοίνωσε από τα μεγάφωνα, με χαρακτηριστικό βαρύ λάμδα:
-Πρόκειται για αεροπειρατεία! Θα πάμε όλοι στη Θεσσαλονίκη, και δε θέλω να ακούσω κιχ!
-Κιχ, είπε ο Τζακ βαριεστημένα.
-Το άκουσα αυτό! Θα σας καθαρίσω όλους!
-Θα μας κλάσεις...πήγε να πει ο Τζακ, αλλά ο αεροπειρατής τον σημάδεψε με το όπλο του. 
-Το βλέπεις αυτό; Δε σε κάνω πλάκα! Θα σε κάνω ελβετικό τυρί!
-Ελβετικό τυρί; Μήπως θες να πεις ελβετικό κασέρι; του αντιγύρισε ο Τζακ.
-Ε...τι με τα μπερδεύεις τώρα;
-Μα ναι, αφού τυρί είναι η φέτα, κι οι Ελβετοί δε βγάζουν φέτα, άρα αυτό που βγάζουν οι Ελβετοί είναι ελβετικό κασέρι, του εξήγησε ο Τζακ.
-Βέβαια...σαν να 'χεις δίκιο, φιλαράκι, παρ'όλα αυτά...
-Τελειώνετε με τις βλακείες! είπε απηυδισμένη η Τζίνα. Ας πα να το λένε και ελβετικό ματζαφλόκι, στ'αρχίδια μας κι εμάς Κωστής Παλαμάς. Κι εσύ όμως, καρντάσι, εξήγησέ μας, γιατί σου καύλωσε έτσι ξαφνικά να μας πας στη Θεσσαλονίκη; Έχουμε και μια βότκα να σώσουμε!
-Είναι μέρος του σατανικού μου σχεδίου, ανόητη! Θα σας προσγειώσω στην αυλή του Ιβάν Σαββίδη, και θα τον εκβιάσω ότι αν δεν κινήσει τα νήματα να πάρει το πρωτάθλημα η ΠΑΟΚάρα θα σας καθαρίσω όλους!
-Είναι τρελός! είπε ο Τζακ, αλλά ο Παοκτζής αεροπειρατής δεν τον άκουσε, γιατί είχε αρχίσει ήδη να τραγουδάει "ΩΩΩ, ΠΑΟΚΑΡΑ, ΕΧΩ ΤΡΕΛΑ, ΜΕΣ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ!"
Τελικά το αεροπλάνο προσγειώθηκε στην αυλή του Ιβάν Σαββίδη, γιατί ο Τζακ έκρινε ότι το πρόβλημα ήταν ανάξιο να ασχοληθεί μαζί του, κοτζάμ Εκλεκτός, που μεταξύ άλλων είχε εφεύρει το ασύρματο τηλέφωνο ντουζιέρας, την τηλεπαθητική μαστογραφία και την έξυπνη σήτα.
-Τι είναι αυτά ρε; Ποιος σας έμαθε να προσγειώνετε αεροπλάνα στην αυλή του κόσμου; είπε εξοργισμένος ο Ιβάν.
-Λοιπόν, Πρόεδρε, είπε ο Παοκτζής, άκουσέ με καλά. Άμα πάρει και φέτος το πρωτάθλημα ο κωλόγαυρος, θα τους καθαρίσω όλους μέσα στο αεροπλάνο!
-Αυτό ήταν όλο; Καλά, άσε μας τώρα στην ησυχία μας και τα λέμε τον Απρίλη στο Λευκό Πύργο.
Ο Παοκτζής έμεινε ικανοποιημένος από την απάντηση του Ιβάν και έφυγε για την Τούμπα. Ο Τζακ πήγε στον πιλότο και του είπε:
-Ωραία, και τώρα που τελειώσαμε με τον παλαβό, πάμε επιτέλους στη Ρωσία γιατί έχουμε και δουλειές.
-Μα...δεν έχει χώρο για να το απογειώσω.
-Και πώς είχε χώρο για να το προσγειώσεις;
-Ε...δεν ξέρω...
-Καλά ρε, κι εγώ πώς θα πάω στη Ρωσία;
-Ε...πάρε το λεωφορείο...
-Με δουλεύεις; Με την κίνηση της Λαγκαδά θα κάνουμε δύο αιώνες!
-Κι εγώ τι να κάνω;
-Φύγε από δω, ανίκανε, θα το πιλοτάρω εγώ. Έλα παιδιά, ανεβείτε, φεύγουμε.
-Περίμενε να τελειώσουμε το τσιγάρο μας ρε!
-Δεν περιμένω κανέναν σας. Διακυβεύεται η φήμη μου, η παγκόσμια ειρήνη και κυρίως η βότκα.
Ο Τζακ μπήκε στο πιλοτήριο κι άρχισε να κάνει όπισθεν. Ξαφνικά η Νικόλ Νταφάκ άρχισε να σκούζει:
-Κοίτα! Κοίτα το σπίτι!
-Τι; Τι έχει;
-Θα το χτυπήσεις, καλέ! Κόψε λίγο αριστερά. Ώπα. Ώπα, θα βρεις. Παρ'το όλο δεξιά. Έλα, έλα, έχεις χώρο, στοπ. Βγες αριστερά, όλο αριστερά, ναι, ναι, ωραίος, βγήκες.
Αφού η Λευτεροχτυπημένη κορασίδα έκανε κουμάντο στον Τζακ για να ξεπαρκάρει, και λίγες ώρες αργότερα, το αεροπλάνο προσγειώθηκε στη Ρωσία. Η πτήση ήταν μάλλον επεισοδιακή, γιατί η Τζίνα ήθελε να βγει στην μούρη του αεροπλάνου και να φωνάξει "Τζακ, άιμ φλάιιν!", αλλά προείχαν άλλα πράματα.
Μόσχα, μια τεράστια πόλη με μακραίωνη ιστορία και πολλά αξιοθέατα. Ο Τζακ κι η Τζίνα όμως δεν ήταν τουρίστες. Νοίκιασαν δύο ποδήλατα κι έφυγαν κατευθείαν για την Κόκκινη Πλατεία.
-Μα γιατί ποδήλατα; είπε η Τζίνα. Με ένα αυτοκίνητο θα φτάναμε πολύ πιο γρήγορα.
-Έχεις πάρει τριάμιση κιλά, της απάντησε ο Τζακ.
-Να σου δώσω μια...του είπε η Τζίνα, αλλά αποφάσισε να δώσει τόπο στην οργή προς το παρόν, αναλογιζόμενη τον κίνδυνο.
Οι δρόμοι γύρω από την Κόκκινη Πλατεία ήταν όλοι κλειστοί, αλλά ο Τζακ κατάφερε να πηδήξει πάνω από τα οδοφράγματα με χαρακτηριστική άνεση που του προσέφεραν οι δεκάδες ώρες GTA.
Και δεν ήταν κλειστοί χωρίς λόγο. Από τη μία μεριά, βρισκόταν μια επίλεκτη μονάδα του Ρωσικού στρατού, οπλισμένη μέχρι και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού, και μπροστά από όλους ήταν ο Πούτιν, κραδαίνοντας μια μπαζούκα και συνοδευόμενος από τον Βάσια, την κατοικίδια αρκούδα του.
Κι από την άλλη, ο επικίνδυνος αυτός εγκληματίας, σκαρφαλωμένος στον ψηλότερο τρούλο του Αγίου Βασιλείου, με έναν πυροκροτητή στο χέρι. Η φιγούρα του τρομοκράτη φαινόταν ακαθόριστα οικεία στον Τζακ, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί την τροπή που θα έπαιρναν τα πράματα.
-Κατέβα αμέσως από εκεί πάνω, του φώναξε ο Πούτιν, για να μη γίνεις το πρωινό σνακ του Βάσια!
-Καμ εν γκετ ιτ, Βλαντ! φώναξε ο τρομοκράτης. Άμα δεν ικανοποιήσεις τα αιτήματά μου, πατάω το κουμπάκι και μπουμ!
-Στον Πούτιν πουτινιές ρε;
-Το ρισκάρεις; έκανε με σαδιστικό χαμόγελο ο τρομοκράτης.
-Προτείνω να μην το ρισκάρουμε, είπε του Πούτιν ο Τζακ, που είχε γλιστρήσει δίπλα του αθόρυβα.
-Άι στο διάολο! Με τρόμαξες, του είπε ο Πούτιν. Πολύ καλά. Κατέβα από εκεί πάνω να διαπραγματευτούμε το ζήτημα.
Κι έτσι κι έγινε. Καθώς πλησίαζε ο τρομοκράτης, ο Τζακ όλο και σκεφτόταν ότι αναγνώριζε από κάπου την αισχρή αυτή σκατόφατσα, αλλά δεν του ερχότανε το κλικ.
-Λοιπόν, πρότεινε ο Πούτιν, σε αντάλλαγμα για την ασφάλεια της πολύτιμης βότκας μας, σου δίνω δύο δισεκατομμύρια ρούβλια, πέντε πετρελαιοπηγές στη Σιβηρία και τα δικαιώματα για τη μεταφορά της μελλοντικής μου αυτοβιογραφίας, "Πούτιν: ο άνθρωπος, ο θρύλος, ο θεός" στον κινηματογράφο.
-Δε θέλω τίποτε από όλα αυτά, είπε ο τρομοκράτης, κι ένα δάκρυ άρχισε να κυλάει στο αριστερό του αρχ... μάγουλο. Θέλω μόνο...
Ο Τζακ έφαγε τη φλασιά που τόσο πολύ περίμενε. Ήταν...
-...τη γυναίκα της ζωής μου.
...
...
...
...αυτή η δραματική παύση χρησιμεύει στο να κάνει τη διήγηση ακόμα πιο δραματική αλλά επειδή σας βλέπω έτοιμους να με λιθοβολήσετε με πατατάκια από την αγωνία σας θα σας δώσω την απάντηση που τόσο πολύ περιμένατε...
...ήταν o Παντελίδης.
-Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου, μονολόγησε ο Τζακ.
-Βρε αγόρι μου, του είπε ο Πούτιν, πάλι άρχισες τα ίδια;
-Δεν μπορώ να κοιμηθώ αν δε νιώθω το άρωμά της! έκλαψε ο αγαπημένος λαϊκός τροβαδούρος.
Ο Τζακ, ευτυχώς, είχε τον κατάλληλο τρόπο να επιλύσει όλην αυτή την κατάσταση.
-Παντελή, αγόρι μου, οι γυναίκες είναι σαν τα γραμματόσημα.
-Εννοείς ότι δεν τις χρησιμοποιεί κανείς πια γιατί όλος ο κόσμος στέλνει e-mail?
-Όχι, ότι όταν τις φτύνεις κολλάνε. Μην ξαναγράψεις άλλο τραγούδι για την πάρτη της, και θα σου έρθει τρέχοντας μετά από λίγο.
-Μα... η δισκογραφική με πιέζει να τους δώσω ένα πιασάρικο τραγούδι, τι να τους πω;
-Δεν είμαι ειδικός στα τραγούδια, παρενέβη ο Πούτιν, αλλά θα μπορούσες να γράψεις ένα τραγούδι για κάποιο ιστορικό πρόσωπο.
-Ναι; Δεν κακό...και σαν ποιο πρόσωπο δηλαδή;
-Ίσως...τον πρόεδρο της Ρωσίας!
-Άι, καλά, είπε ο Παντελίδης, πέταξε τον πυροκροτητή κι έκανε νόημα σε ένα ταξί για να φύγει.
-Μη φεύγεις! Έχω σκεφτεί και μερικούς στίχους!
-Σόρι, κύριε Πρόεδρε, αλλά δε θα μπορέσω, είπε ο Παντελίδης κι έκανε νόημα σε ένα άλλο ταξί, γιατί το προηγούμενο πήγαινε Γλυφάδα και δε βόλευε.
-Μα δε θες να ακούσεις τουλάχιστον το ρεφρέν;
-Άσ'τον, Βλαντ, έφυγε, είπε ο Τζακ. Ευτυχώς, τελείωσε κι αυτό.
Βιάστηκε πολύ να μιλήσει. Ο πυροκροτητής πλέον βρισκόταν στα χέρια κάποιου άλλου, πολύ πιο αποφασισμένου...
-Μην κουνηθεί κανείς! Μπορεί αυτός ο ατάλαντος σκυλάς να μην ανατίναξε τη βότκα, αλλά θα το κάνω εγώ, εκτός κι αν...
...αυτή τη φορά ήταν ο Τόμι...
-...η Τζίνα επιστρέψει στην αγκαλιά μου.
-Λυπάμαι, Τόμι, του είπε η Τζίνα, αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω στη μπάμια σου όταν καθημερινά τρώω λουκάνικο. Θα πρέπει να βρεις κάποιαν άλλη.
-Μόλις καταδίκασες την ανθρωπότητα! είπε ο Τόμι και έκανε να πατήσει το κουμπί.
Ο Τζακ ανέλαβε δράση. Με ένα διπλό άλμα, τρεις στροφές στον αέρα και δύο τριπλά Άξελ, έριξε μια γερή κλωτσιά στο σαγόνι του Τόμι. Ο πυροκροτητής του έπεσε από τα χέρια. Όχι, δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν!
Ο Τόμι προσπάθησε και αντιστάθηκε λυσσαλέα. Έδωσε μερικά θεαματικά χτυπήματα, μια διαστημική κλωτσιά και ένα Καμεχαμέχα. Αλλά ο Τζακ είχε από την πρώτη στιγμή το πάνω χέρι και, τελικά, βγάζοντας από την τσέπη του την Πρώτη Κιθάρα του Φαν Χάλεν, που είχε πάντα μαζί του για γούρι, τον τύλιξε με το καλώδιο σαν σαλάμι. Μάζεψε τον πυροκροτητή από την άσφαλτο.
-Αυτό το επικίνδυνο παιχνιδάκι πρέπει να καταστραφεί. Λοιπόν, Τζίνα, θα πας στη Μόρντορ, θα σκαρφαλώσεις στην κορυφή του Mount Doom και θα το πετάξεις μέσα...
-Τολμάς, γελοίε, να μου δίνεις οδηγίες; του είπε εξοργισμένη η Τζίνα. Που θα μου πεις εμένα ότι έβαλα τριάμιση κιλά; Τράβα στη μανούλα σου, και θα το σκεφτώ πολύ σοβαρά αν θα σου ξαναμιλήσω ποτέ!
-Ρε συ Τζίνα, δεν το εννοούσα, σε παρακαλώ, γύρνα πίσω, έχεις τον πιο ωραίο, λαχταριστό, τσουπωτό, ζουμερό, πεντανόστιμο κώλο που έχω δει ποτέ μου!
-Ναι...μα δεν είπες τίποτα για τα βυζιά μου. Άρα δε σ'αρέσουν τα βυζιά μου. Άρα σηκώνομαι και φεύγω.
Και, σε μια επική ανατροπή, σηκώθηκε κι έφυγε.
Ο Τζακ ήταν συντετριμμένος. Ο Τόμι, χοροπηδώντας και κατρακυλώντας στο έδαφος, δεμένος χειροπόδαρα καθώς ήτανε, τον πλησίασε και του είπε:
-Τώρα κατάλαβες πώς νιώθω;
-Κατάλαβα, Τόμι.
-Τι κατάλαβες, Τζακ;
-Ότι όντως δε μ'αρέσουν τα βυζιά της. Είναι πολύ μεγάλα και δεν μπορώ να τα κουμαντάρω.
Ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή, που οφειλόταν στην αμηχανία μεταξύ των δύο αντρών. Την σιωπή έσπασε τελικά ο Τζακ με την εξής σημαντική παρατήρηση: 
-Η κατάσταση μου θυμίζει ένα τραγούδι που θυμάμαι από το Guitar Hero: Πλοκάμι του Καρχαρία.
-Σώπα ρε! Είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα. Ποιο απ'όλα;
-"Το χώμα βάφτηκε καφέ".
-Μα...πού κολλάει αυτό;
-Νιώθω κάτι να χαρχαλεύει χαμηλά στο άντερό μου. Περίμενέ με εδώ.
Ο Τζακ πήγε σε μια κοντινή καφετέρια και ξαλάφρωσε. Όταν γύρισε, ο Τόμι δεν βρισκόταν στο σημείο που τον είχε αφήσει. Ο Πούτιν ήταν ακόμα εκεί.
-Πού πήγε ο Τόμι;
-Είπε κάτι για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Θα πρέπει να βρίσκεται κάπου στο Βλαδιβοστόκ.
-Χμ. Περίεργο, είπε ο Τζακ κι έκανε μεταβολή κι έφυγε.
Πριν όμως προλάβει να περάσει το δρόμο απέναντι, τον χτύπησε ένα λεωφορείο.
Κι αυτό ήταν το τέλος του Εκλεκτού.
Δεν πέθανε. Αλλά από το χτύπημα έπαθε ολική αμνησία και όταν ξύπνησε νόμιζε ότι ήταν δημόσιος υπάλληλος στην Ελλάδα.
Δεν έμελλε να ξαναπολεμήσει ποτέ το έγκλημα.
Ή να κάνει οτιδήποτε άλλο.
Στο άκουσμα αυτής της είδησης, ο Έντι Φαν Χάλεν έγραψε ένα καινούριο τραγούδι, με τον εύγλωττο τίτλο "Ψόφος στο λεωφορειατζή που χτύπησε τον Τζακ" και εικοσιοχτώμιση σόλο που αν προσπαθήσει κανείς να τα παίξει θα στραμπουλήξει ανεπανόρθωτα τα δάχτυλά του. Ο Παντελίδης έγραψε κι αυτός ένα τραγούδι, με τίτλο "Γύρνα στην αγκάλη μου, γαμώ το κεφάλι μου" και θεματικό άξονα την πρώην του.
Ο Τόμι κατόρθωσε να δραπετεύσει από το Βλαδιβοστόκ, επέστρεψε στη Μόσχα, απέκτησε πρόσβαση στα μυστικά όπλα του Τζακ κι ορκίστηκε να προστατεύσει αυτός τον κόσμο από το κακό, στο όνομα του Εκλεκτού, τον οποίο είχε συγχωρέσει μετά που τον παράτησε κι αυτόν η Τζίνα. Δυστυχώς, ο Βάσια ακόμα δεν είχε φάει πρωινό, και ο Πούτιν χαρακτήρισε το κρέας του Τόμι "αντάξιο των λεπτών γούστων της προεδρικής αρκούδας".
Η Τζίνα, πικραμένη που οδήγησε στο τόσο άδοξο τέλος της καριέρας του Εκλεκτού, προσπάθησε να τον βρει για να επανορθώσει. Όταν όμως έφτασε στην Ελλάδα, γνώρισε έναν μπλόγκερ-συγγραφέα-μηχανολόγο στη Θεσσαλονίκη και έπεσε ξερή με την απαράμιλλη γοητεία του, το οξύ του πνεύμα και το απολλώνιο κορμί του, ξεχνώντας μια για πάντα τον Τζακ.
Όσο για τον Ιβάν, δεν κατάφερε, παρά τις υπόγειες πουστιές που έπαιξε, να κερδίσει το κατεστημένο του Μαρινάκη και ο κωλλόγαυρος πήρε για άλλη μια φορά το πρωτάθλημα. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε. Το μόνο που ξέρουν όλοι είναι ότι πάνω από το κρεβάτι του βρέθηκε, με μαύρη μπογιά, το σύνθημα "Ρωσία καριόλα ο ΠΑΟΚ πάνω απ'όλα".
Κι έτσι τελειώνει η ιστορία μας. Τι περιμένατε; Χάπι εντ; Αυτά στο Χόλυγουντ. Εγώ είμαι δημιουργός με άποψη.
Αυτά, και να προσέχετε μην έρθει κανένας αετονύχης και αρπάξει τα δικαιώματα της κινηματογραφικής μεταφοράς του έργου.